πτύγμα


πτύγμα
πτύγμα, τό, das Gefaltete, Zusammengelegte; πέ- πλοιο πτύγμα, das doppelt zusammengelegte Oberkleid. Bei den Ärzten ein doppelt gelegter Lappen, ἐρίου, von Wolle

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πτύγμα — fold neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύγμα — ατος, τὸ, Α [πτύσσω] 1. ο σχηματισμός πτυχής, το να διπλώνεται κάτι («πρόσθε δὲ οἱ πέπλοιοι φαεινοῡ πτῡγμα κάλυψεν», Ομ. Ιλ.) 2. πτυχή, ρυτίδα τού δέρματος 3. τεμάχιο λινού υφάσματος για έμφραξη πληγής, γάζα 4. είδος επιδέσμου …   Dictionary of Greek

  • πτύγμ' — πτύγμα , πτύγμα fold neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτυγμάτων — πτύγμα fold neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύγμασι — πτύγμα fold neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύγμασιν — πτύγμα fold neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύγματα — πτύγμα fold neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύγματι — πτύγμα fold neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύγματος — πτύγμα fold neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλύπτω — (AM καλύπτω) 1. βάζω κάλυμμα πάνω σε κάτι ή γύρω από κάτι, σκεπάζω κάτι (α. «το καλοκαίρι πρέπει να καλύπτει κάποιος το κεφάλι του με καπέλο» β. «οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει», ΚΔ) 2. περιβάλλω, σκεπάζω (α. «σύννεφα κάλυψαν τον… …   Dictionary of Greek

  • πτυγμάτιον — τὸ, Α [πτύγμα, ατος] μικρή γάζα σε πληγή …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.